Κραννών

Κραννώνιος

κράνον
Κραννώνιος, α, ον, de Krannôn ; Κραννώνιον πεδίον, Thcr. Idyl. 16, 38 ; Call. H. 4, 138, la plaine de Krannôn, οἱ Κραννώνιοι, Hdt. 6, 127 ; Thc. 2, 22, habitants de Krannôn.
Étym. Κραννών.