κύνουρα

Κυνούριος

κυνούχιον
Κυνούριος, α, ον, de Cynurie : Κυνουρία γῆ, Thc. 4, 56 ; 5, 14 et 41, etc. la Cynurie, contrée entre l’Argolide et la Laconie : οἱ Κυνούριοι, Hdt. 8, 76, les habitants de la Cynurie.
Étym. κύνουρα.