Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κυνουλκός
κύνουρα
Κυνούριος
κύν·ουρα,
ων
(
τὰ
) [
ῠ
] récifs
ou
falaises,
Lyc.
99
(
κ. οὐρά
;
cf.
Κυνόσουρα
2
).