Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μελισσεύς
Μελισσεύς
μελισσήεις
Μελισσεύς,
έως
,
épq.
έος
(
ὁ
)
Mélissée,
Curète,
Nonn.
D.
13, 145 ;
28, 310,
etc.
Étym.
μέλισσα
.