Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μελισσαῖος
μελισσεύς
Μελισσεύς
μελισσεύς,
έως
(
ὁ
)
éleveur d’abeilles, apiculteur,
Arstt.
H.A.
9, 40, 37
.
Étym.
μέλισσα
.