Πυθαγορικτάς

Πυθαγορικῶς

Πυθαγορίς
Πυθαγορικῶς [ῡᾰ] adv. selon la doctrine de Pythagore, Plut. Qu. conv. 8, 8, 1 ||
Cp. -ώτερον, Sext. M. 4, 11.
Étym. Πυθαγορικός.