Πυθαγορικῶς

Πυθαγορίς

πυθαγορισμός
Πυθαγορίς, ίδος [ῡᾰῐδ] adj. f. disciple de Pythagore, pythagoricienne, Jambl. V. Pyth. 267 fin.
Étym. Πυθαγόρας.