Στρυμόδωρος

Στρυμονίας

Στρυμόνιος
Στρυμονίας, ου [ῡᾱ] adj. m. qui souffle du Strymon, en parl. du vent, Hdt. 8, 118 ; Call. Del. 26 ; Anth. 7, 502 ||
E Ion. Στρυμονίης, Hdt. Anth. ll. cc.
Étym. Στρυμών.