Στρυμονίας

Στρυμόνιος

Στρυμών
Στρυμόνιος, α, ον [] du Strymon, Eschl. Pers. 869 ; Eur. Rhes. 387, etc. ; οἱ Στρυμόνιοι, Hdt. 7, 75, les riverains du Strymon, les Thraces.
Étym. Στρυμών.