Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σωκέω-ῶ
Σώκλαρος
Σωκλείδης
Σώ·κλαρος,
ου
(
ὁ
) [
ᾱ
] Sôklaros,
h.
Plut.
Amat.
2, 26,
etc.
Étym.
σῶς, κλᾶρος
.