ἀδελφοκτονία

ἀδελφοκτόνος

ἀδελφόπαις
ἀδελφο·κτόνος, ος, ον [] meurtrier d’un frère ou d’une sœur, fratricide, Plut. M. 256f ; Spt. Sap. 10, 3, etc. ; cf. ἀδελφεοκτόνος.
Étym. ἀδ. κτείνω.