Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδελφοκτόνος
ἀδελφόπαις
ἀδελφοποιέομαι-οῦμαι
ἀδελφό·παις,
-παιδος
(
ὁ, ἡ
) [
ᾰ
] neveu, nièce,
DH.
4, 64
.
Étym.
ἀδ. παῖς
.