Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδιάχυτος
ἀδιάψευστος
ἀδιαψεύστως
ἀ·διάψευστος,
ος, ον,
qui ne trompe pas,
DS.
5, 27 ;
M. Ant.
4, 49
.
Étym.
ἀ, διαψεύδω
.