Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδικαιοδότητος
ἀδικαιολόγητος
ἀδικασία
ἀ·δικαιολόγητος,
ος, ον
[
ῐ
] non justifiable,
Chrys.
7, 359
.
Étym.
ἀ, δικαιολογέω
.