Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδικείμενος
ἀδίκευσις
ἀδικέω-ῶ
ἀδίκευσις,
εως
(
ἡ
) [
δῐ
]
c.
ἀδικία
Stob.
Ecl.
2, 100
.
Étym.
*ἀδικεύω
.