Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδικία
ἀδικίου
ἀδικοδοξέω-ῶ
ἀδικίου
(
ἡ
) (
s. e.
δίκη
) [
ᾰδῐ
] action judiciaire pour tort fait à qqn,
Hdt.
5, 89
.
Étym.
ἄδικος
.