Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
αἰολόδακρυς
αἰολόδεικτος
αἰολόδειρος
αἰολό·δεικτος,
ος, ον,
qui se montre sous des formes variées,
Orph.
H.
7, 12
.
Étym.
αἰ. δείκνυμι
.