αἰολόδεικτος

αἰολόδειρος

αἰολόδωρος
αἰολό·δειρος, ος, ον, au cou nuancé, Ibyc. 13 ; Opp. C. 2, 317 ; Nonn. D. 12, 76.
Étym. αἰ. δειρή.