Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμείδητος
ἀμειδίατος
ἀμείλικτος
ἀ·μειδίατος,
ος, ον
[
ᾱτ
]
c. le préc.
D. Chr.
1, 169
.
Étym.
ἀ, μειδιάω
.