Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμετακινήτως
ἀμετάκλαστος
ἀμετάκλητος
ἀ·μετάκλαστος,
ος, ον,
qu’on ne peut rompre, inflexible,
Xén.
Ep.
1, 2
.
Étym.
ἀ, μετακλάω
.