Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμετάκλαστος
ἀμετάκλητος
ἀμετακλινής
ἀ·μετάκλητος,
ος, ον,
irrévocable,
Pol.
37, 2, 7
.
Étym.
ἀ, μετακαλέω
.