Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀμύριστος
ἄμυρος
Ἄμυρος
ἄ·μυρος,
ος, ον
[
ῠ
] sans parfums,
Sib.
5, 128
.
Étym.
ἀ, μύρον
.