ἀναιρετικῶς

ἀναίρετος

ἀναιρέω-ῶ
ἀν·αίρετος, ος, ον, qui ne sait pas choisir (le bien) Timon (Sext. M. 11, 164).
Étym. ἀν-, αἱρέομαι.