Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀνάγκασμα
ἀναγκασμός
ἀναγκαστέος
ἀναγκασμός,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾰν
]
c. le préc.
Jambl.
Protr.
137
.