Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀναγκασμός
ἀναγκαστέος
ἀναγκαστήριος
ἀναγκαστέος,
α, ον
[
ᾰν
]
vb. d’
ἀναγκάζω,
Plat.
Rsp.
539
e
.