Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀναστρατεύω
ἀναστρατοπεδεία
ἀναστρατοπεδεύω
ἀναστρατοπεδεία,
ας
(
ἡ
) [
ᾰτ
] levée d’un camp,
Pol.
6, 40, 1
.