Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀπερίτμητος
ἀπερίτρεπτος
ἀπεριτρέπτως
ἀ·περίτρεπτος,
ος, ον,
qu’on ne peut tourner, immuable,
Plut.
M.
983
c
.
Étym.
ἀ, περιτρέπω
.