Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἄφορμος
ἀφορολόγητος
ἄφορος
ἀ·φορολόγητος,
ος, ον,
exempt de tribut,
Pol.
4, 25, 7 ;
DS.
Spt.
Étym.
ἀ, φορολογέω
.