Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀποκάλυμμα
ἀποκαλυπτικός
ἀποκαλύπτω
ἀποκαλυπτικός,
ή, όν
[
κᾰ
] qui révèle, qui découvre,
gén.
Clém.
98
.
Étym.
ἀποκαλύπτω
.