Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀποκρατέω-ῶ
ἀπόκρατος
ἀποκρέμαμαι
ἀπό·κρατος,
ος, ον
[
ᾰτ
] sans force,
Phil.
1, 209
.
Étym.
ἀ. κράτος
.