ἀποκρεμάω-ῶ

ἀποκρῆθεν

ἀποκρημνάω-ῶ
ἀπο·κρῆθεν, adv. de la tête, Hés. Sc. 7.
Étym. ἀπό, κρη-, v. κάρα ; -θεν ; cf. κατακρῆθεν.