ἀποκρέμασις

ἀποκρεμάω-ῶ

ἀποκρῆθεν
ἀποκρεμάω-ῶ, fut. att. d’ἀποκρεμάννυμι, ou prés. (Luc. As. 30) c. ἀποκρεμάννυμι.