ἀπομιμέομαι-οῦμαι

ἀπομίμημα

ἀπομίμησις
ἀπομίμημα, ατος (τὸ) [] imitation fidèle, copie exacte, Baton (Ath. 639f); DS. 16, 26.
Étym. ἀπομιμέομαι.