ἀπομίμημα

ἀπομίμησις

ἀπομιμνῄσκομαι
ἀπο·μίμησις, εως () [μῑ] action d’imiter fidèlement, imitation exacte, Hpc. 344, 34 ; Arstt. Rhet. Al. 1, 7 ; Plut. Num. 14.
Étym. ἀπομιμέομαι.