ἀρχαῖον

ἀρχαιόνομος

ἀρχαιοπινής
ἀρχαιό·νομος, ος, ον, conforme à l’usage antique, Anon. (Suid. vo αἵρεσις).
Étym. ἀρχαῖος, νόμος.