Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀργυρότοξος
ἀργυροτρύφημα
ἀργυροτρώκτης
ἀργυρο·τρύφημα,
ατος
(
τὸ
) [
ῠῠ
] sorte de blanc-manger,
Ath.
647
d
.
Étym.
ἄ. τρυφάω
.