ἀσοφία

ἀσόφιστος

ἄσοφος
ἀ·σόφιστος, ος, ον, qui ne peut être trompé par des sophismes, Arr. Epict. 1, 7, 26 ; Jos. c. Ap. 2, 41.
Étym. ἀ, σοφίζομαι.