ἀσόφιστος

ἄσοφος

ἀσόφως
ἄ·σοφος, ος, ον, qui manque de sagesse, sot, fou, Thgn. 370 ; Pd. O. 3, 48 ; Eur. Xén. etc.
Étym. ἀ, σοφός.