Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀτιμαστήρ
ἀτιμαστός
ἀτιμάω-ῶ
ἀτιμαστός,
ός, όν
[
ῑ
]
adj. m.
déshonoré, méprisé,
Mimnerme
1, 9
.
Étym.
ἀτιμάζω
.