Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀτιμαστέος
ἀτιμαστήρ
ἀτιμαστός
ἀτιμαστήρ,
ῆρος
(
ὁ
) [
ῑ
] qui déshonore, qui outrage,
Eschl.
Sept.
637
.
Étym.
ἀτιμάζω
.