αὐτόρριζος

αὐτόρρυτος

αὐτόρυτος
αὐτό·ρρυτος, ος, ον [] qui coule de soi-même, Anth. 9, 669 ||
E Poét. αὐτόρυτος, Pd. P. 12, 17.
Étym. αὐ. ῥέω.