ἀξιαπόλαυστος

ἀξιαφήγητος

ἀξιέντρεπτος
ἀξι·αφήγητος, ος, ον, digne d’être exposé ou raconté, Arr. An. 1, 1 ; Jos. A.J. 15, 11, 5, etc. ; cf. ἀξιαπήγητος.
Étym. ἄ. ἀφηγέομαι.