Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀξιαπήνητος
ἀξιαπόλαυστος
ἀξιαφήγητος
ἀξι·απόλαυστος,
ος, ον,
digne qu’on en jouisse,
Stob.
Ecl.
2, 118
.
Étym.
ἄ. ἀπολαύω
.