Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βαδιστέον
βαδιστής
βαδιστικός
βαδιστής,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾰ
] marcheur,
Eur.
Med.
1182
.
Étym.
βαδίζω
.