Βάλακρος

βαλανάγρα

βαλανειόμφαλος
βαλαν·άγρα, ας () [ᾰᾰν]
1 clef ou crochet pour pousser un verrou, Hdt. 3, 155 ; Xén. Hell. 5, 2, 29 ; etc. ||
2 verrou, Pol. 7, 16, 5.
Étym. βάλανος, ἀγρέω.