Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βαλανηρός
βαλανηφαγέω-ῶ
βαλανηφαγία
βαλανηφαγέω-ῶ,
f.
ήσω
[
ᾰᾰᾰ
] se nourrir de glands,
App.
Civ.
1, 50
.
Étym.
βαλανηφάγος
.