Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βαλανεύω
βαλανηρός
βαλανηφαγέω-ῶ
βαλανηρός,
ά, όν
[
ᾰᾰ
] de l’espèce du gland,
Th.
H.P.
1, 11, 3
.
Étym.
βάλανος, -ηρος
;
cf.
καρυηρός, σταχυηρός,
etc.