Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βασανισμός
βασανιστέος
βασανιστήριον
βασανιστέος,
α, ον
[
ᾰᾰ
]
Ar.
Lys.
478 ;
Plat.
Rsp.
503
d
;
Dém.
855, 2
.
Étym.
vb. de
βασανίζω
.