βασιλιναῦ

βασίλιννα

βασιλίς
βασίλιννα, ης () [ᾰσῐ] c. βασίλισσα, femme de l’archonte-roi, Dém. 1370, 17 ; Mén. (Eust. Od. 1425, 40).
Étym. βασιλεύς ; pour le suff. cf. Ἤριννα, Κόριννα.