Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βλάϐεν
βλαϐεραυγής
βλαϐερός
βλαϐερ·αυγής,
ής, ές
[
ᾰ
] à l’éclat funeste,
Man.
4, 309
.
Étym.
βλαϐερός, αὐγή
.